Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2019

Είναι ο μήνας που οι πλαστικές καρέκλες βγαίνουν στα πεζοδρόμια
Ο μήνας που ένα παιδί βαρέθηκε να κρύβεται και βγαίνει απ' την κρυψώνα του αντιστρέφοντας τους ρόλους του παιχνιδιού
(άραγε επίτηδες να μην το ψάχνουν;)
'Θα πάμε από ΄δω, Γαβρίλο', λέει ένας κύριος με κοντομάνικο ριγέ πουκάμισο σε κάποιον άλλον
Τα αυτιά στεγνώνουν αν ξεχάσεις να τα σκουπίσεις
Οι φτέρνες τόσο σκληρές που αν πας σε μια δημόσια υπηρεσία και δε μπορείς να μιλήσεις, αλλά έχεις ένα μολύβι, μπορείς να γράψεις πάνω τους, να ανεβάσεις το πόδι σου στο γκισέ και όλοι να καταλάβουν τι ζητάς

Ήπια ξύδι και δεν ξεθύμανα

Έκτακτο δελτίο
Μαζική απόδραση
Επτά πράσινα πουλιά
Μαγική απόδραση
Μακάρι μακάρι
το μακάρι του ανίκανου
το μακάρι του τεμπέλη
το μακάρι του τραγουδιού
το μακάρι του ακούσματος
το μακάρι να με ακούσουν
μακάρι να με δουν
μακάρι να μη με δουν
δε θέλω χαιρετούρες
θα μείνω με την πλάτη γυρισμένη
το στυλό γράφει 'αντίδραση'
σε μια ξένη γλώσσα
εχτές είδα νυχτερίδες
τις βοήθησα να μεγαλώσουν
μετά φοβήθηκα ότι θα κάθονταν στο σβέρκο μου
εκεί αρέσει στις νυχτερίδες μου να κάθονται
στο σβέρκο των ανθρώπων
να μυρίζουν τα μαλλιά τους

Κλάμα ή Δάκρυ;
Ιδού το ερώτημα
Ζω πάνω στη θάλασσα
τα δάχτυλά μου δε μουλιάζουν
σέρνομαι στα ρηχά
οι αχινοί δε με τσιμπούν
τα βράχια γαλάζια
τα τετράδια μου πετράδια επιπλέουν στο νερό


Ο ηθοποιός χάθηκε στην τάφρο πριν τελειώσουν τα γυρίσματα.

Τον είχα δει - κολυμπούσε με όλη του τη ζωή.


Χρόνια μετά, γύρισα στη στεριά. Βρήκα το σημειωματάριό του ανάμεσα σε κάτι σκονισμένα αρχεία στη βιβλιοθήκη.
Καλά το είχα δει. Επέπλεε, μα δε βρεχόταν.
Είχε μεταφράσει τα σονέτα - ή μήπως το σωστό είναι σονάτες; - με αποτέλεσμα ανάμεσα στους τυπωμένους στίχους να παρεμβάλονται γραμμές φτιαγμένες από μικρά κόκκινα γράμματα.

Όλοι έκλαψαν εκείνη τη νύχτα
αλλά επειδή ζούσαμε στο νερό
τα δακρυά μας δεν ξεχώριζαν

παλίμβουλος εποχή

Κάθε φορά που νιώθουμε τον άνεμο να φυσά
Ταξιδεύουμε προς το νότο πέρα απ' το παχύ χιόνι
Τα πουλιά ξέρουν ότι ήρθε η ώρα να πετάξουν
Το ποτάμι κυλά πλατύ και βαθύ
Εύκολα αλλάζει η εποχή, το καλοκαίρι έφυγε

Σε αρχαίους δρόμους ταξιδεύουμε
Στρωμένους με χαλίκια, στρωμένους με αστέρια
Νιώθουμε τον ρυθμό φτερών, ποδιών
Νιώθουμε τον ρυθμό ημερών, εβδομάδων
Η μνήμη μας οδηγεί

Πες το τελεολογία
Σαν το ποτάμι που κυλά στη θάλασσα
Όταν έρθει η εποχή, θα βρούμε τον λόγο
Σπίτι μου είν' όπου με βρεις

Στο βουνό είμαι ένας βράχος
(Στον καταρράκτη στέκομαι ψηλός)
Βότσαλο του ποταμού όταν μεγαλώνω
(Εκεί που τρέχει το νερό πάω και σπάω)
Οι γενιές με προσπερνούν
Κάθε ζωή ένα βλεφάρισμα
Φτερά χτυπούν, βρες τη ζέστη
Τον σκοπό πάρε στους ώμους

Ο χρόνος θα σε φέρει πίσω σε μένα
Σαν το ποτάμι που κυλά στη θάλασσα
Όταν έρθει η εποχή, θα βρούμε τον λόγο
Σπίτι μου είν' όπου με βρεις

- Belle & Sebastian 

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2019

το σκοτάδι χτυπάει

Πάντοτε κάτω κάτω στη φωτογραφία
εκεί είμαι εγώ, μια πόζα βολεμένου κακοποιού
που τον συνέλαβαν, ένας αθυρόστομος αλητάκος 
κάτοχος αυτής της γωνίας και όχι ιδιαίτερα πολλών ακόμα 


- Trashcan Sinatras

Κυριακή, 19 Μαΐου 2019

.



Δύο πετσέτες 
διπλωμένες
στην πλάτη 
της καρέκλας 
στεγνές τώρα 
Η μία 
πιο ανήσυχη 
(η μπλε)
Η άλλη 
η δική σου
Απ’τα ηχεία 
ακούγεται πιάνο
Μια μελωδία 
που λέγεται Εμείς 
σε μιαν άλλη γλώσσα 
Τα φώτα της πόλης 
έξω  
Αστεράκια που έπεσαν 
και δεν έσβησαν 
Ένα από αυτά 
και το δικό σου
Εγώ τώρα
ακούω  
κοιτάζω 
και το μόνο Εμείς 
που έχω  
είναι αυτό 
απ'τα ηχεία 
(ούτε σταγόνα 
δε μένει 
από αυτές 
που σε άγγιξαν)
Γι’αυτό γράφω 
αυτούς τους στίχους
που θα 'θελα 
να σου στείλω 
με ένα όμορφο πουλί
Όχι με κουμπιά 
και κύματα 
Αλλά σ’αυτή την εποχή ζούμε 
Και δε μπορούμε να πούμε 
ότι είμαστε άτυχοι  
Δε θα ήταν σωστό
Γιατί χωρίς αυτήν
δε θα καταλάβαινα 
τώρα το Εμείς 
στη δική μας γλώσσα
Και δε θα έγραφα  
για τις σταγόνες 
που στέγνωσαν 
και το φως σου

Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

. . . . . . .

Έγινα  κόκκινος   σαν   το  παντζάρι 

Δεν  είμαι  στ' αλήθεια  παντζάρι  


Είναι  παρομοίωση 


Το  μάθαμε  χτες  στη  Γλώσσα.


Η  μαμά  είπε 


' Έλα  στην  ώρα  σου,  


μια  μέρα  τρώμε  κι 


εμείς   σαν  οικογένεια. '


Θα  στρώσουμε  το  τραπεζομάντηλο  


και   θα   χαμηλώσουμε  την  τηλεόραση  


αλλά  δε  θα  την  κλείσουμε.


Είναι  Κυριακή  μεσημέρι.


Όλος  ο  κόσμος  μυρίζει  τηγανιτή  πατάτα.


Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Είμαι ψηλή πολύ ψηλή

Είμαι  ψηλή  πολύ  ψηλή 

Με  βλεφαρίδα  γυριστή

Δε  φοράω  μάσκαρα  ή  αϊλάινερ 

Έχω  φυσική  ομορφιά 

Κι  η  γλώσσα  μου  ίσως  είναι  μπλε ακόμη 

(Θες  να  τη  δεις  από  κοντά;)

Κι  όταν  τελειώνουν  οι  τσίχλες  μου  βατόμουρο

Δεν  έχω  ανάγκη  υποδήματα  ανατομικά
  
Με  πατουσάκια  μαξιλαρωτά 

Από  τα  πράσινα  στα  πράσινα  πηγαίνω 

Και  μασουλάω  από  τα  σκούρα

Και  μασουλάω  απ'  τα  ανοιχτά

Είμαι  ψηλή  πολύ  ψηλή 

Με  βλεφαρίδα  γυριστή

Δεν  είμαι  καμηλομονόχρωμη

Είμαι  καμηλοπαρδαλή 

Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

. . . . . .

Εχθές  ήταν  Οκτώβρης,  όμως  φορούσα  ακόμη  σανδάλια,  κι  όταν  περπατώντας 

μετά  τη  βροχή  έγδαρα  το  πόδι  μου,  κοίταξα  κάτω  και  αναλογιζόμενη  τη 

ρήξη  της  συνεχείας  του  δέρματος  μου,  θυμήθηκα  τη  βιολογία  της  τρίτης 

γυμνασίου  και  είδα  ότι  για  όλα  έφταιγε  μια  βλεφαρίδα  που  τη  γνώριζα  καλά — 

αλλά  δεν  ήταν  δικιά  μου. 

Την  είχα  συναντήσει  ένα  βράδυ   τι  σύμπτωση,  είχε  βρέξει  πάλι — δίπλα  σε 

κάτι  μικροσκοπικά  μπορεί,  κολλημένα  στα  μονοπάτια που  ζωγραφίζουν  τα   

σαλιγκάρια  σε  πεζούλια  και  μάγουλα   και  μετά  ξανασκέφτηκα  εκείνο  το  μάθημα

 κι  ότι  ποτέ  δε  φτάναμε  στα  πιο  ενδιαφέροντα  κεφάλαια. 

Κρατήρες μουντζουρωμένης επιθυμίας


Λέξεις  επιθυμούσε  

Μα  όχι  να  παραπέσουνε  γραμμένες 

Να  τις  γνωρίσει  κάποιος  άλλος 

Που  θα  περνούσε  από  κοντά 

Ή  θα  τις  έψαχνε  επι  τούτου.

Γι’ αυτό  και  ξεκινούσε  με  μια  λέξη  στο  χαρτί 

Σε  μιαν  αράδα  τα  δύο  πρώτα  γράμματά  της

και  πάνω  εκεί  ακριβώς  σε  αυτά  τα  δυο 

χάραζε  τα  δυο  επόμενα 

και  τ’ άλλα  δυο  μετά

ώσπου  γινόταν  μια  μουντζούρα  η  επιθυμία. 

Για  μια  στιγμή  μπορεί 

πριν  να  πνιγεί  στις  μονοκοντυλιές 

από  τα  λάμδα  και  τα  ρω
  
να  ανέπνεε  μια  συλλαβή 

Να,  ανέπνεε  ένα   - ζω 

Να ‘ταν  από  το  ελπίζω; 

Τίποτα  δεν  αναγνώριζε  όταν  ξανακοίταζε

Τα  μολυβένια  κουβαράκια  πάνω  στο  χαρτί

Σαν  μάτια  το  καθένα  από  ζευγάρι  χωριστό

Τα  μολυβένια  κουβαράκια 

Κρατήρες  μουντζουρωμένης  επιθυμίας 

Δευτέρα, 28 Αυγούστου 2017

Ξαναβουτάς

Ξαναβουτάς 

Βλέπεις  τα  ψάρια,  τις  μέλισσες,  τα  σύννεφα 

Παλιά  δεν  ξεχώριζες  τα  ψάρια  που  κλαίνε 

Δεν  καταλάβαινες  τι  ψάχνουν  οι  μέλισσες  ανάμεσα  στις  πέτρες 

Παλιά  δεν  τρυπούσες  με  τα  δάχτυλά  σου  τα  σύννεφα 

Στην  ακτή,  τα  φύλλα  ενός  τετραδίου  χειροκροτούν  στον  αέρα 

Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Dijimos entonces


Llevábamos  caminando  tres  horas 

Cuando  encontramos  a  un  pajarito 


Le  preguntamos  por  el  camino  y  respondió   


Pero  nos  indicó  entre  paréntesis 


El  pecado  de  la  rana  


Después  nos  dio  un  amuleto  y  voló

Haciendo  un  garabato  en  el  cielo  

Que   parecía  una  horca   

' ¡ Qué  pajarito  tan  divertido ! ',  dijimos  entonces

Llovizna


Tengo  dos  gotas  en  el  bolsillo

Una  para  cada  uno  de  tus  ojos 

Te  las  mandaré  cuando  veas  el  sol 

Para  que  recuerdes  los  relámpagos 

Para  que  recuerdes  los  chubascos   

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Σ' ένα  πικάπ  οι  ήχοι  βράζουν 

Μαζί  κι  οι  στίχοι.  Πού  και  πού 

Να,  πιτσιλούν  κάποιον  περαστικό  

Μια  λέξη λεκιάζει  έναν  λαιμό 

Ή  σ' ένα  μέτωπο  κολλάει 

Ένα  ερωτηματικό 





Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

Παλιά Σώματα

Οι  παλιαντζήδες

ψάχνουν  πλέον  για  παλιά  σώματα  

Ίσως  μια  μέρα 

να  ΄ναι  κι  αυτά  πολύ  κούλ 

Τα  παλιά  σώματα

Σαν  τους  μαρμάρινους  νεροχύτες

(  θυμάσαι  της  γιαγιάς ;  ) 

που  τώρα  αναζητούν  οι  χίπστερ 

στο  μήκος  της  Ιεράς