Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2020

Η πρώτη σελίδα

Η πρώτη λέξη. Μεγάλη ευθύνη. Μεγάλος φόβος για ένα τόσο ποιοτικό χαρτί. Χαμόγελο. Χωρίς προκατάληψη, χωρίς προσδοκίες. Αυτιά και δόντια. Να μια αρχή. Καλή αρχή! Είθε αυτό το τετράδιο να γεμίσει με κακές ιδέες. Μακρόστενα τραπέζια, άλουστα κεφάλια, τρίχινες τούφες που τρέχουν σε συρμούς, κατσαρόλες με νερό που βράζει, ξύστρες με κάδο αποθήκευσης, τσιγαρίλα μέσα από εξαερισμούς, ένα παραστρατημένο σπυρί ρύζι, δεκαπεντάλεπτες καθυστερήσεις σε ραντεβού, μπουκαλάκια νερό από φουαγιέ θεατρικών σκηνών, καλόκαρδες πρωινές κουβέντες, καθηγητές που διαβάζουν συλλαβές, χασμουρητά που δεν καταπνίγονται, φρεναρίσματα που δεν πρέπει να γίνονται, αλκυονίδες μέρες, μανταρίνια ως αμοιβή για προσφορά υπηρεσιών, καραμέλες με γεύση ευκάλυπτο, μπαλόνια που σκάνε εκεί που ξέχασες ότι είχες αναπνεύσει για να τους δώσεις υπόσταση, 

Κυριακή, 19 Ιουλίου 2020

Ψιχαλίζει


Έχω δυο σταγόνες στην τσέπη

Μία για καθένα απ' τα μάτια σου 

Θα σου τις στείλω όταν δεις τον ήλιο

Για να θυμάσαι τις αστραπές 

Για να θυμάσαι τις καταιγίδες 

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2020

Καθημερινή συνήθεια χαλάρωσης

 Έκλεισε τα μάτια του κι άκουσε – πάνω από τη μουσική στα ακουστικά – το λεωφορείο να φρενάρει κοντά του. Άνοιξε δυο χαραμάδες ίσα να βρει την πόρτα, να επιβιβαστεί και να ανέβει στο δεύτερο όροφο. Δυνάμωσε τη μουσική. Ήταν το τρίτο Βρανδεμβούργιο Κονσέρτο του Μπαχ, το αντάτζιο κι έκανε τους γρήγορους ρυθμούς της πόλης να φαίνονται γελοίοι. Ήξερε ότι αν χαμήλωνε τη μουσική θα άκουγε την επόμενη στάση και δεν ήθελε να μάθει ακόμα. Ήξερε ότι αν είχε ανοιχτά τα μάτια όταν το λεωφορείο πλησίαζε, θα έχει δει τον αριθμό της γραμμής και έπειτα θα χανόταν κάθε ενδιαφέρον. Όχι ότι κοιτάζοντας πού και πού απ’ το παράθυρο δεν του αποκαλυπτόταν σταδιακά ο προορισμός. Σε κάθε περίπτωση, όμως, συγκεντρωνόταν περισσότερο στους άντρες, αυτούς που ανεβοκατέβαιναν ή άλλους που περίμεναν ανήσυχοι στη στάση καπνίζοντας ή εκείνους που κοίταζαν τις οθόνες τους. Το αλέγκρο είχε πάρει τώρα θέση στα αυτιά του και τον γέμιζε με ευφορία. Θα ήθελε να τραβήξει μια φωτογραφία τον καθένα από αυτούς που του τραβούσαν τη ματιά – τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους – και να υιοθετήσει κάτι απ’ τον καθένα. Όχι, δεν αισθανόταν ερωτικά απέναντί τους – άλλωστε όλες οι σχέσεις του ήταν με γυναίκες ως τώρα – μόνο που θαύμαζε την ανδρική ανεμελιά, τη φυσικότητα. 

Δυο Ιστορίες

Μισό  πορτοκάλι  στη  βιτρίνα

Πώς  φοβάται! Φοβάται  το  φως

Μην  πλησιάζεις  αν  δεν  είσαι

Σκύλος  Ανδαλουσιανός

      ±±±±±±±±±±±±±±±±±±

Φοράδας  λευκής  μάτι  πληγωμένο

Ψάχνει  στα  φύκια  να  βρει  θησαυρό

Παραμυθά,  φτιάξε  μου  έναν  μάγο

Η  Σταχτοπούτα  στο  σταυρό 

Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2020


Αμφίπατο λεωφορείο
Συγκρουόμαστε μαζί
Πεθαίνω πλάι σου
Πεθαίνω ηλύσια θανή ιδανική

Δεκάτονη νταλίκα
Μας συνθλίβει στη στιγμή
Πεθαίνω πλάι σου
Τι ευχαρίστηση, ω τι τιμή

Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2020

Χορευτικές κινήσεις 
Σ' αγαπώ, κάκτε
Σίρλεϊ Μπάσεϊ
Μια τούρτα στη βροχή 
Κόλλα πάνω στο νύχι μου
Το Φοίνιξ 
Ένας εξυπνάκιας μέλλον επίορκος
Μια αυτοκρατορία
Ένας αποκεφαλισμός δίπλα σε κούνια 
όπου κοιμάται ένα μωρό 
Μια βαλίτσα που περιμένει να φτιαχτεί 
Ένας ευγενικός θείος
Μια αβάσταχτη αναμονή
Μια μοναξιά χωρίς δικό μου 'ξ'
με κάτι ξένο μέσα της
Μια μελωδία που θυμίζει αυτούς που άφησαν πίσω τους οι στρατολογημένοι
Φοβούνταν να πεθάνουν

Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2019

Είναι ο μήνας που οι πλαστικές καρέκλες βγαίνουν στα πεζοδρόμια
Ο μήνας που ένα παιδί βαρέθηκε να κρύβεται και βγαίνει απ' την κρυψώνα του αντιστρέφοντας τους ρόλους του παιχνιδιού
(άραγε επίτηδες να μην το ψάχνουν;)
'Θα πάμε από ΄δω, Γαβρίλο', λέει ένας κύριος με κοντομάνικο ριγέ πουκάμισο σε κάποιον άλλον
Τα αυτιά στεγνώνουν αν ξεχάσεις να τα σκουπίσεις
Οι φτέρνες τόσο σκληρές που αν πας σε μια δημόσια υπηρεσία και δε μπορείς να μιλήσεις, αλλά έχεις ένα μολύβι, μπορείς να γράψεις πάνω τους, να ανεβάσεις το πόδι σου στο γκισέ και όλοι να καταλάβουν τι ζητάς

Ήπια ξύδι και δεν ξεθύμανα

Έκτακτο δελτίο
Μαζική απόδραση
Επτά πράσινα πουλιά
Μαγική απόδραση
Μακάρι μακάρι
το μακάρι του ανίκανου
το μακάρι του τεμπέλη
το μακάρι του τραγουδιού
το μακάρι του ακούσματος
το μακάρι να με ακούσουν
μακάρι να με δουν
μακάρι να μη με δουν
δε θέλω χαιρετούρες
θα μείνω με την πλάτη γυρισμένη
το στυλό γράφει 'αντίδραση'
σε μια ξένη γλώσσα
εχτές είδα νυχτερίδες
τις βοήθησα να μεγαλώσουν
μετά φοβήθηκα ότι θα κάθονταν στο σβέρκο μου
εκεί αρέσει στις νυχτερίδες μου να κάθονται
στο σβέρκο των ανθρώπων
να μυρίζουν τα μαλλιά τους

Κλάμα ή Δάκρυ;
Ιδού το ερώτημα
Ζω πάνω στη θάλασσα
τα δάχτυλά μου δε μουλιάζουν
σέρνομαι στα ρηχά
οι αχινοί δε με τσιμπούν
τα βράχια γαλάζια
τα τετράδια μου πετράδια επιπλέουν στο νερό


Ο ηθοποιός χάθηκε στην τάφρο πριν τελειώσουν τα γυρίσματα.

Τον είχα δει - κολυμπούσε με όλη του τη ζωή.


Χρόνια μετά, γύρισα στη στεριά. Βρήκα το σημειωματάριό του ανάμεσα σε κάτι σκονισμένα αρχεία στη βιβλιοθήκη.
Καλά το είχα δει. Επέπλεε, μα δε βρεχόταν.
Είχε μεταφράσει τα σονέτα - ή μήπως το σωστό είναι σονάτες; - με αποτέλεσμα ανάμεσα στους τυπωμένους στίχους να παρεμβάλονται γραμμές φτιαγμένες από μικρά κόκκινα γράμματα.

Όλοι κλάψαμε εκείνη τη νύχτα
αλλά επειδή ζούσαμε στο νερό
τα δακρυά μας δεν ξεχώριζαν

παλίμβουλος εποχή

Κάθε φορά που νιώθουμε τον άνεμο να φυσά
Ταξιδεύουμε προς το νότο πέρα απ' το παχύ χιόνι
Τα πουλιά ξέρουν ότι ήρθε η ώρα να πετάξουν
Το ποτάμι κυλά πλατύ και βαθύ
Εύκολα αλλάζει η εποχή, το καλοκαίρι έφυγε

Σε αρχαίους δρόμους ταξιδεύουμε
Στρωμένους με χαλίκια, στρωμένους με αστέρια
Νιώθουμε τον ρυθμό φτερών, ποδιών
Νιώθουμε τον ρυθμό ημερών, εβδομάδων
Η μνήμη μας οδηγεί

Πες το τελεολογία
Σαν το ποτάμι που κυλά στη θάλασσα
Όταν έρθει η εποχή, θα βρούμε τον λόγο
Σπίτι μου είν' όπου με βρεις

Στο βουνό είμαι ένας βράχος
(Στον καταρράκτη στέκομαι ψηλός)
Βότσαλο του ποταμού όταν μεγαλώνω
(Εκεί που τρέχει το νερό πάω και σπάω)
Οι γενιές με προσπερνούν
Κάθε ζωή ένα βλεφάρισμα
Φτερά χτυπούν, βρες τη ζέστη
Τον σκοπό πάρε στους ώμους

Ο χρόνος θα σε φέρει πίσω σε μένα
Σαν το ποτάμι που κυλά στη θάλασσα
Όταν έρθει η εποχή, θα βρούμε τον λόγο
Σπίτι μου είν' όπου με βρεις

- Belle & Sebastian 

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2019

το σκοτάδι χτυπάει

Πάντοτε κάτω κάτω στη φωτογραφία
εκεί είμαι εγώ, μια πόζα βολεμένου κακοποιού
που τον συνέλαβαν, ένας αθυρόστομος αλητάκος 
κάτοχος αυτής της γωνίας και όχι ιδιαίτερα πολλών ακόμα 


- Trashcan Sinatras

Κυριακή, 19 Μαΐου 2019

.



Δύο πετσέτες 
διπλωμένες
στην πλάτη 
της καρέκλας 
στεγνές τώρα 
Η μία 
πιο ανήσυχη 
(η μπλε)
Η άλλη 
η δική σου
Απ’τα ηχεία 
ακούγεται πιάνο
Μια μελωδία 
που λέγεται Εμείς 
σε μιαν άλλη γλώσσα 
Τα φώτα της πόλης 
έξω  
Αστεράκια που έπεσαν 
και δεν έσβησαν 
Ένα από αυτά 
και το δικό σου
Εγώ τώρα
ακούω  
κοιτάζω 
και το μόνο Εμείς 
που έχω  
είναι αυτό 
απ'τα ηχεία 
(ούτε σταγόνα 
δε μένει 
από αυτές 
που σε άγγιξαν)
Γι’αυτό γράφω 
αυτούς τους στίχους
που θα 'θελα 
να σου στείλω 
με ένα όμορφο πουλί
Όχι με κουμπιά 
και κύματα 
Αλλά σ’αυτή την εποχή ζούμε 
Και δε μπορούμε να πούμε 
ότι είμαστε άτυχοι  
Δε θα ήταν σωστό
Γιατί χωρίς αυτήν
δε θα καταλάβαινα 
τώρα το Εμείς 
στη δική μας γλώσσα
Και δε θα έγραφα  
για τις σταγόνες 
που στέγνωσαν 
και το φως σου

Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

. . . . . . .

Έγινα  κόκκινος   σαν   το  παντζάρι 

Δεν  είμαι  στ' αλήθεια  παντζάρι  


Είναι  παρομοίωση 


Το  μάθαμε  χτες  στη  Γλώσσα.


Η  μαμά  είπε 


' Έλα  στην  ώρα  σου,  


μια  μέρα  τρώμε  κι 


εμείς   σαν  οικογένεια. '


Θα  στρώσουμε  το  τραπεζομάντηλο  


και   θα   χαμηλώσουμε  την  τηλεόραση  


αλλά  δε  θα  την  κλείσουμε.


Είναι  Κυριακή  μεσημέρι.


Όλος  ο  κόσμος  μυρίζει  τηγανιτή  πατάτα.


Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Είμαι ψηλή πολύ ψηλή

Είμαι  ψηλή  πολύ  ψηλή 

Με  βλεφαρίδα  γυριστή

Δε  φοράω  μάσκαρα  ή  αϊλάινερ 

Έχω  φυσική  ομορφιά 

Κι  η  γλώσσα  μου  ίσως  είναι  μπλε ακόμη 

(Θες  να  τη  δεις  από  κοντά;)

Κι  όταν  τελειώνουν  οι  τσίχλες  μου  βατόμουρο

Δεν  έχω  ανάγκη  υποδήματα  ανατομικά
  
Με  πατουσάκια  μαξιλαρωτά 

Από  τα  πράσινα  στα  πράσινα  πηγαίνω 

Και  μασουλάω  από  τα  σκούρα

Και  μασουλάω  απ'  τα  ανοιχτά

Είμαι  ψηλή  πολύ  ψηλή 

Με  βλεφαρίδα  γυριστή

Δεν  είμαι  καμηλομονόχρωμη

Είμαι  καμηλοπαρδαλή 

Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

. . . . . .

Εχθές  ήταν  Οκτώβρης,  όμως  φορούσα  ακόμη  σανδάλια,  κι  όταν  περπατώντας 

μετά  τη  βροχή  έγδαρα  το  πόδι  μου,  κοίταξα  κάτω  και  αναλογιζόμενη  τη 

ρήξη  της  συνεχείας  του  δέρματος  μου,  θυμήθηκα  τη  βιολογία  της  τρίτης 

γυμνασίου  και  είδα  ότι  για  όλα  έφταιγε  μια  βλεφαρίδα  που  τη  γνώριζα  καλά — 

αλλά  δεν  ήταν  δικιά  μου. 

Την  είχα  συναντήσει  ένα  βράδυ   τι  σύμπτωση,  είχε  βρέξει  πάλι — δίπλα  σε 

κάτι  μικροσκοπικά  μπορεί,  κολλημένα  στα  μονοπάτια που  ζωγραφίζουν  τα   

σαλιγκάρια  σε  πεζούλια  και  μάγουλα   και  μετά  ξανασκέφτηκα  εκείνο  το  μάθημα

 κι  ότι  ποτέ  δε  φτάναμε  στα  πιο  ενδιαφέροντα  κεφάλαια.